user_mobilelogo

Ο όρος σεξουαλική δυσλειτουργία ορίζει μια ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει διαταραχές σχετικές με τη libido (επιθυμία για σεξουαλική πράξη), τη στυτική λειτουργία, την εκσπερμάτιση και τον οργασμό. Ως στυτική δυσλειτουργία, ορίζεται η παρατεταμένη αδυναμία επίτευξης ή/και διατήρησης στύσεων ικανών για την ολοκλήρωση ικανοποιητικής σεξουαλικής επαφής. Μολονότι καλοήθης πάθηση, έχει ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των ασθενών, των οικογενειών τους και κατ' επέκταση του κοινωνικού και επαγγελματικού τους περιβάλλοντος.
 
 
Πόσο συχνές στον πληθυσμό είναι οι διαταραχές της στύσης;
Οι διαταραχές της στύσης είναι μια πολύ συχνή παθολογική οντότητα. Μέχρι πρόσφατα, επιδημιολογικά δεδομένα αναφέρονταν μόνο στη μελέτη του Kinsley το 1948, μία μελέτη πρωτοποριακή για την εποχή της αλλά με πολλά μεθοδολογικά προβλήματα. Με βάση τα δεδομένα της έρευνας εκείνης, το 42% των ανδρών παρουσίαζε κάποια διαταραχή του στυτικού μηχανισμού. Tο 1994 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα μιας μεγάλης επιδημιολογικής έρευνας σε 1300 άνδρες ηλικίας 40-70 ετών (Massachusetts Male Aging Study, MMAS). Το ποσοστό των ανδρών που ανέφερε κάποιου βαθμού διαταραχή του στυτικού μηχανισμού έφτασε το 52%. Το 17% παρουσίαζε μικρού βαθμού διαταραχές, το 25% μετρίου και στο 10% υπήρχε πλήρης απουσία στύσεων.

 
Ποίοι είναι οι παράγοντες που σχετίζονται με τις διαταραχές της στύσης;
Η ηλικία φάνηκε να παίζει καθοριστικό ρόλο, αφού η πλήρης απουσία στύσεων τριπλασιάσθηκε από τα 40 (5%) έως τα 70 έτη (15%). Όταν όμως συνεκτιμήθηκαν όλοι οι παράγοντες που συνδέονταν με αυξημένη δυσλειτουργία, διαπιστώθηκε ότι συστηματικά νοσήματα, καθημερινές συνήθειες και ψυχολογικοί παράγοντες επηρέαζαν σημαντικά την εκδήλωση της νόσου. Βρέθηκε ότι ο σακχαρώδης διαβήτης, η στεφανιαία νόσος, η υπέρταση, οι χαμηλές τιμές HDL χοληστερίνης, το κάπνισμα, διάφορα φάρμακα (αντιϋπερτασικά, καρδιολογικά, ψυχοτρόπα κ.α.), καθώς και ψυχολογικοί παράγοντες, όπως θυμός και κατάθλιψη ήταν οι κύριες αιτίες που ευθύνονται για τις διαταραχές της στύσης.
 
 
Ποίοι είναι οι μηχανισμοί της στύσης;
Δυστυχώς, και παρά το γεγονός ότι οι πρώτες μελέτες της νευροφυσιολογίας και της φαρμακολογίας της στύσης τοποθετούνται χρονικά περίπου έναν αιώνα πριν, οι γνώσεις μας παρέμειναν περιορισμένες για πολλά χρόνια. Την τελευταία 15ετία, η πρωτοποριακή εργασία πολλών ερευνητών αλλά και κλινικών γιατρών επέτρεψε την καλύτερη κατανόηση τόσο των κεντρικών όσο και περιφερικών μηχανισμών που ελέγχουν τη στύση. Σήμερα, είναι γνωστό, ότι ο κύριος νευρομεταβιβαστής της στύσης είναι το μονοξείδιο του αζώτου (ΝΟ) και ότι η στυτική λειτουργία είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού τόσο της διατήρησης της αναλογίας μεταξύ των λείων μυϊκών ινών και του συνδετικού ιστού των σηραγγωδών σωμάτων του πέους όσο και της μεταβολικής ισορροπίας μεταξύ των μηχανισμών χάλασης και σύσπασης των λείων αυτών μυϊκών ινών.
 
 
Ποία είναι η εξέλιξη σε ότι αφορά τη θεραπεία της διαταραχής της στύσης;
Η ανακάλυψη της σιλδεναφίλης (Viagra), το 1998, θεωρήθηκε επαναστατική γιατί αφ' ενός αποτελεί ένα αποτελεσματικό φάρμακο και αφ' ετέρου γιατί άνοιξε το δρόμο σε μια κατηγορία ουσιών, τους αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE5), που αποτελούν τις ουσίες κλειδιά για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Σήμερα, νέα φαρμακευτικά σκευάσματα με υψηλή αποτελεσματικότητα και φιλικότερη προς τον ασθενή χορήγηση είναι διαθέσιμα στην αγορά (Τανταλαφίλη, Cialis).


Όμως, όπως προλέχθηκε, η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί ένα ιατρικό πρόβλημα με κοινωνικές προεκτάσεις και μοιραία δεν περιορίζεται μόνο στον πάσχοντα άνδρα αλλά στο ζευγάρι σαν σύνολο. Έτσι, η θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να έχει στόχο την αποκατάσταση της διαταραγμένης ερωτικής σχέσης και όχι μόνο τη βελτίωση της στύσης.


Η μακροχρόνια εμπειρία (από το 1982) από την ενδοσηραγγώδη χορήγηση αγγειοδραστικών ουσιών έδειξε ότι αποτελούν μια αξιόπιστη λύση στην αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας αφού συνοδεύονται από πολύ υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης και προσφέρουν μια σχετικά ασφαλή και προβλέψιμη στύση. Ωστόσο, λόγω της δυσκολίας χορήγησης δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από πολλούς ασθενείς.
Σήμερα , 15 χρόνια μετά την ανακάλυψη της Σιλδεναφίλης και μερικά χρόνια από τη χρησιμοποίηση των άλλων δύο φαρμάκων εξετάζεται εντατικά κατά πόσο για κάθε ασθενή υπάρχει και το πιο κατάλληλο φάρμακο.